δόγης


δόγης
(λατ. dux). Ανώτατος άρχοντας στις δημοκρατίες της Βενετίας και της Γένοβας. Η πρώτη εκλογή δ. στη Βενετία χρονολογείται το 697. Έκτοτε και έως το 887, όταν η Βενετία απέκτησε και τυπικά την πλήρη ανεξαρτησία της, ο δ. συνέχισε να είναι νομικά εξαρτημένος από την Κωνσταντινούπολη. Ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να μετατραπεί η εξουσία των δ. σε κληρονομική μοναρχία, οι εξουσίες τους περιορίστηκαν σημαντικά από την πανίσχυρη ολιγαρχία και η εκλογή τους, αντί να γίνεται από τους αστούς και τον λαό, ανατέθηκε σε περιορισμένο αριθμό μελών του Μεγάλου Συμβουλίου. Το τελευταίο ανέλαβε τη νομοθετική εξουσία και ασκούσε έλεγχο στις διοικητικές ενέργειες του δ. (1172). Το αξίωμα του δ. παρέμεινε και τότε ισόβιο, ενώ σε αυτούς ανήκε η προεδρία όλων των συμβουλίων. Ωστόσο, οι εξουσίες τους περιορίζονταν όλο και περισσότερο. Το 1310 συγκροτήθηκε το Συμβούλιο των Δέκα, το οποίο ήταν ανώτερο από όλες τις αρχές και είχε δικαίωμα να δικάζει ακόμα και τους δ. Στη Γένοβα, αντίθετα, την εξουσία των δ. εγκαθίδρυσε το 1339 (στο πρόσωπο του Σιμόν Μποκανέγκρα) το Λαϊκό κόμμα, ως άμυνα εναντίον της εξουσίας των φεουδαρχικών οικογενειών. Ωστόσο και εκεί, από το 1528 έως το 1797 που καταργήθηκε o θεσμός, o δ. αποτελούσε, περισσότερο από ό,τι στη Βενετία, κυβερνητικό όργανο της αριστοκρατίας. «Η στέψη του δόγη», έργο του Γκαμπριέλε Μπάλα. Επί χίλια και περισσότερα χρόνια ο δόγης ήταν ο ανώτατος άρχοντας στη δημοκρατία της Βενετίας. Έως τον 12o αι. εκλεγόταν από τον λαό (Πινακοθήκη Κουερτίνι, Βενετία).
* * *
και ντούζης, ο (θηλ. -γισσα και -γέοσα και -γαρέσσα)
τίτλος τού ανώτατου άρχοντα τών δημοκρατιών Βενετίας και Γένοβας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (βενετ.) doge].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δόγης — ο (λ. ιταλ.), τίτλος άρχοντα στη Βενετία και τη Γένοβα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κονταρίνι — (Contarini). Επώνυμο οικογένειας ευγενών από τη Βενετία. 1. Αλβίζε (Alvise, 17ος αι.). Δόγης της Βενετίας (1676 84). Στην προσπάθειά του να εξαλείψει τα ίχνη του πολέμου εναντίον της Τουρκίας στην Κρήτη, φρόντισε να αποφύγει τις συγκρούσεις.… …   Dictionary of Greek

  • Δάνδολος — Εξελληνισμένος τύπος του επωνύμου της οικογένειας των Βενετών ευγενών Νταντόλο (Dandolo), που πρωτοαναφέρεται τον 10o αι. Η ιστορία της συνδέεται στενά με την ακμή της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου, κυρίως μεταξύ του 12ου και του 14ου αι. Από τα… …   Dictionary of Greek

  • Μοροζίνι — (Morosini). Μεγάλη βενετική οικογένεια ευγενών, γνωστή από τον 10o ήδη αι., η οποία έδωσε στην Εκκλησία καρδινάλιους και ιερείς και στη βενετική κυβέρνηση διπλωμάτες, πολιτικούς, στρατιωτικούς και δόγηδες: ο Ντομένικο M., που έγινε δόγης το 1148… …   Dictionary of Greek

  • Γκραντενίγκο — (Gradenigo).Επώνυμο οικογένειας Βενετών δόγηδων. 1. Πιέτρο (1251 – 1311). Διετέλεσε δόγης από το 1289 έως το 1311. Θέσπισε την εισδοχή στο Μέγα Συμβούλιο ορισμένων οικογενειών ευγενών, καθιερώνοντας έτσι ολιγαρχικό καθεστώς της ανώτερης… …   Dictionary of Greek

  • Γριμάνης — Εξελληνισμένος τύπος του ονόματος της οικογένειας Γκριμάνι (Grimani)από τη Βενετία, μέλη της οποίας έδρασαν στον ελληνικό χώρο. Ο Μάρκος ανήκε στον κλάδο της οικογένειας ο οποίος το 1310 κατέλαβε μαζί με τους Κουιρίνι την Αστυπάλαια. Το 1352… …   Dictionary of Greek

  • Φαλιέρος, Μαρίνος — I (Faliero ή Falier, Βενετία 1274 – 1355). Πολιτικός και δόγης της Βενετίας. Από αριστοκρατική οικογένεια και δόγης το 1354, ήρθε σε συνεννόηση με αντιπροσώπους των δημοκρατικών για vα αποκαταστήσει την προσωπική εξουσία του ως δόγης, την οποία… …   Dictionary of Greek

  • μπουτσιντόρον — μπουτσιντόρον, τὸ (Μ) ονομασία τού μεγάλου χρυσοστόλιστου πλοίου στο οποίο επέβαινε με μεγάλη επισημότητα ο δόγης τής Βενετίας, συνήθως κάθε χρόνο κατά την ημέρα τής Αναλήψεως για την τελετή τού συμβολικού του γάμου με τη θάλασσα. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • Αναφέστο, Παουλούκιο — (640; – 717). Ο πρώτος δόγης της Βενετίας (697 717). Ανέλαβε το αξίωμα όταν τα εβδομήντα νησιά της περιοχής ενώθηκαν υπό ενιαία διοίκηση, με έδρα τη Βενετία και κέντρο της το νησί Ριάλτο. Έως τότε τα νησιά αυτά αποτελούσαν ομοσπονδία. Κατά τη… …   Dictionary of Greek

  • Γκρίτι — (Gritti).Επώνυμο Βενετών αξιωματούχων. 1. Αντρέα (1394 – 1474). Βενετός ναύαρχος. Το 1474 στάλθηκε να βοηθήσει τον υπερασπιστή της Σκόδρας Λοριζάνο που μαχόταν κατά του μπεϊλέρμπεη της Ρούμελης, Σουλεϊμάν πασά. Κοντά στις εκβολές του ποταμού Αώου …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.